Η λίστα ιστολογίων μου

11/10/19

Η Χονδρική Τιμή του Ρεύματος είναι Υψηλή - Τι Να Κάνουμε;

Δημοσιογραφικές πληροφορίες αναφέρουν ότι η ελληνική χονδρική αγορά ρεύματος είναι από τις ακριβότερες στη Ευρώπη. Στην πραγματικότητα αυτό δεν είναι νέο - αποτελεί την συνήθη κατάσταση - το "business as usual". Πόσο μεγάλο είναι το πρόβλημα; Ένας πρόχειρος υπολογισμός με βάση τα στοιχεία του δημοσιεύματος είναι ότι οι Έλληνες καταναλωτές επιβαρύνονται με περίπου 1 δισ. ευρώ παραπάνω σε σχέση με τους καταναλωτές στην κεντρική Ευρώπη για το ρεύμα που καταναλώνουν (Διαφορά 20 ευρώ/μεγαβατώρα Χ 50 εκατομμύρια μεγαβατώρες τον χρόνο). Για να έχουμε καλύτερη εικόνα, να συγκρίνουμε το ποσό με τα 1,5 δισ. ευρώ τον χρόνο που πληρώνουμε για να  παράγεται το 20% του ρεύματος από ΑΠΕ και περίπου 800 εκατομμύρια ευρώ για να επιδοτούνται τα νησιά μας (κυρίως η Κρήτη). Αυτά σε ένα συνολικό μέγεθος αγοράς γύρω στα 5,5 δισ. ευρώ. Τα ερωτήματα είναι: α) Είναι ανάγκη να κάνουμε κάτι για αυτό; β) μπορούμε να κάνουμε κάτι; και γ) αν πρέπει να κάνουμε κάτι, τι;

Το πρώτο ερώτημα τίθεται γιατί, παρ΄όλο που έχουμε την ακριβότερη τιμή χονδρικής, οι τιμές λιανικής στην χώρα βρίσκονται κοντά στον μέσο όρο των Ευρωπαϊκών. Θα έλεγε κανείς συνεπώς ότι εκ πρώτης όψεως δεν είναι θέμα προτεραιότητος. Η πρώτη απάντηση είναι ότι, ενώ οι τιμές λιανικής για τους οικιακούς καταναλωτές είναι στον μέσο όρο (ή μάλλον ήταν πριν τις πρόσφατες μεγάλες αυξήσεις της ΔΕΗ) οι τιμές για την βιομηχανία είναι (παραδοσιακά) σχετικά υψηλές - δημιουργώντας έτσι πρόβλημα ανταγωνιστικότητος (Ο λαϊκισμός στα τιμολόγια του ρεύματος έχει ζωή όση και η ΔΕΗ - τα πράγματα διορθώθηκαν κάπως μόνο όταν ήρθε η Τρόικα). Η δεύτερη απάντηση είναι ότι στην Ελλάδα αντισταθμίζουμε την υψηλότερη χονδρική τιμή του ρεύματος με την υπο - τιμολόγηση των δικτύων για τα οποία έχουμε μια από τις χαμηλότερες χρεώσεις στη Ευρώπη. Αυτό είναι μακροπρόθεσμα σημαντικό πρόβλημα για την ασφάλεια της τροφοδοσίας. Στα δίκτυα τρώμε από τα έτοιμα  - από επενδύσεις που έγιναν πριν 50 χρόνια. Η τρίτη απάντηση βέβαια είναι ότι ποτέ δεν είναι αργά για να μειώσει κανείς ένα κόστος του 1 δισεκατομμυρίου αν μάλιστα η σχέση κόστους/οφέλους τυχόν επενδύσεων που θα απαιτηθούν είναι καλή.

Η απάντηση που δίνεται στο δημοσιογραφικό κείμενο στην δεύτερη ερώτηση είναι τυπική της αντιμετώπισης των πραγμάτων στην ελληνική αγορά: Τα προβλήματα θα λυθούν όλα με την εφαρμογή του περίφημου "Target Model", δηλαδή του μοντέλου αγοράς που επιβάλει η Ευρωπαϊκή Ένωση στις χώρες μέλη. Είναι πάντως προς την σωστή κατεύθυνση (παρ'όλη την καθυστέρηση εφαρμογής του μοντέλου κατά δύο χρόνια) γιατί η λογική της ΕΕ είναι η ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς ρεύματος στην Ευρώπη. Η ολοκλήρωση έχει βέβαια ένα κύριο στόχο: την σύγκλιση των τιμών. Αυτό σημαίνει ότι για να μειώσουμε το κόστος του ρεύματος πρέπει να εισάγουμε περισσότερο ρεύμα. Αυτή είναι και η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα που μεταφράζει την γενικολογία του target model σε πρακτική λύση.

Το τρίτο ερώτημα έχει λοιπόν λογική απάντηση : Αν θέλουμε να μειώσουμε το 1 δισ. ευρώ πρέπει να εισάγουμε ρεύμα και για να εισάγουμε ρεύμα πρέπει να φτιάξουμε επαρκείς διασυνδέσεις. Όπως η ενιαία αγορά αγαθών βασίζεται στην ύπαρξη αυτοκινητόδρομων, λιμανιών και αεροδρομίων, η ενιαία αγορά ηλεκτρισμού βασίζεται σε ηλεκτρικές διασυνδέσεις. Βεβαίως διασυνδέσεις υπάρχουν. Μέσω αυτών ήδη εισάγουμε περίπου το 15% των αναγκών μας σε ρεύμα. Αυτό που πρέπει να γίνει είναι να αυξηθούν οι διασυνδέσεις και να εισάγουμε όχι το 15% αλλά (παράδειγμα) το 40% του ρεύματος.

Δυο τελικές παρατηρήσεις: Πρώτον: Η αύξηση των διασυνδέσεων θα επιτρέψει και τις εξαγωγές ρεύματος. Αν στην χώρα ανακαλύψουμε πιο αποδοτικούς τρόπους παραγωγής ηλεκτρισμού, τότε θα μπορούμε να γίνουμε εξαγωγείς. Απλώς αυτή την περίοδο φαίνεται ότι η χώρα δεν έχει συγκριτικό πλεονέκτημα στην παραγωγή ρεύματος, πράγμα που μπορεί να αλλάξει στο μέλλον. Δεύτερον: Φαίνεται ότι η σχέση κόστους /ωφέλειας από χερσαίες διασυνδέσεις με όμορες χώρες είναι πολύ πιο αποδοτικές από την υποβρύχια διασύνδεση της Κρήτης. Είμαστε σίγουροι ότι οι ταγοί της χώρας το έχουν λάβει υπόψιν. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου