Το ερώτημα μας φάνηκε εύλογο και τέθηκε αυθόρμητα διαβάζοντας άρθρο στο BBC για τις σκέψεις που γίνονται στην Γερμανία να δοθεί παράταση στην παραγωγή ρεύματος από τα λιγνιτικά και ανθρακικά της εργοστάσια. Το BBC όπως είναι γνωστό έχει ανεπίληπτη φήμη για την δημοσιογραφική του ακεραιότητα. Το Γερμανικό κράτος από την άλλη μεριά είναι ο ηγέτης στην ευρωπαϊκή προσπάθεια της απανθρακοποίησης και του στόχου για το Net Zero.
Στους πρώτους μήνες του 2026 η παραγωγή από λιγνιτικά και ανθρακικά εργοστάσια στην Γερμανία αποτέλεσε το 23% της συνολικής* - 15% από λιγνιτική και 8% από ανθρακική. Αντίθετα την ίδια περίοδο στην Ελλάδα η λιγνιτική παραγωγή δεν ξεπερνά το 3% της συνολικής. Οι Γερμανοί έχουν δώσει περιθώριο μέχρι το 2030 στα δικά τους λιγνιτικά και το 2038 στα ανθρακικά. Οι Έλληνες έχουμε ανακοινώσει ότι το 2026 η λιγνιτική παραγωγή θα σταματήσει τελείως. Ενώ οι Έλληνες έσβησαν την λιγνιτική παραγωγή οι Γερμανοί - μας ενημερώνει το BBC - συζητούν να δοθεί παράταση στα λιγνιτικά τους εργοστάσια (που τα προτιμούν γιατί διαθέτουν τεράστια εγχώρια αποθέματα λιγνίτη ενώ τον άνθρακα πρέπει να τον εισάγουν)
Αναρωτιέται κανείς ποιοι είναι οι λόγοι για την μεγάλη αυτή διάσταση στις πολιτικές σχετικά με τον λιγνίτη ανάμεσα στις δύο χώρες. Μια πρώτη διάσταση είναι αυτή της ασφάλειας τροφοδοσίας. Το BBC αναφέρει ότι οι Γερμανοί φοβούνται την εξάρτησή τους από το φυσικό αέριο λόγω των πρόσφατων εξελίξεων στον Κόλπο. Αυτό είναι σημαντικό γιατί βρίσκονται στην διαδικασία να αυξήσουν σημαντικά την παραγωγή με φυσικό αέριο για λόγους κυρίως ευελιξίας του συστήματος που κυριαρχείται από τις ΑΠΕ. Σημειωτέον ότι το φυσικό αέριο συμμετέχει επί του παρόντος μόνο κατά 13% στην παραγωγή ρεύματος στην Γερμανία έναντι του 40% περίπου στην Ελλάδα. Φαίνεται λοιπόν ότι ένας λόγος που διαφέρουν οι πολιτικές των δύο χωρών είναι το ότι οι Έλληνες αρμόδιοι, σε αντίθεση με τους Γερμανούς ομολόγους τους, είναι πολύ αισιόδοξοι για την (πτωτική) πορεία της τιμής και την διαθεσιμότητα του φυσικού αερίου (άλλωστε θα δαπανήσουν 300 εκατομμύρια ευρώ για να μετατρέψουν το λιγνιτικό της Πτολεμαΐδας 5 σε φυσικό αέριο)
Ένας άλλος λόγος θα ήταν το κόστος παραγωγής - που αποτελεί και την συνήθη δικαιολογία από την πλευρά της ΔΕΗ και του κράτους. Είναι το κόστος παραγωγής υψηλότερο στην Ελλάδα από ότι την Γερμανία; Χωρίς να είναι κανείς ειδικός, μπορεί να βρει ισχυρές ενδείξεις ότι η διαφορά στο κόστος δεν θα πρέπει να είναι η αιτία για την διαφορετική απόφαση πολιτικής.
Πρώτα από όλα το 70% του κόστους παραγωγής από ένα λιγνιτικό εργοστάσιο αφορά το κόστος αγοράς δικαιωμάτων εκπομπών CO2 - είτε το εργοστάσιο λειτουργεί στην Ελλάδα είτε στην Γερμανία. Θα μπορούσε να υπάρχει το επιχείρημα της χειρότερης ποιότητας ή/και ποσότητας του λιγνίτη ή της χαμηλής απόδοσης των σταθμών. Πως δικαιολογείται όμως αξιόλογη διαφορά στο υπόλοιπο 30% του κόστους όταν η ναυαρχίδα της ελληνικής παραγωγής λιγνίτη η Πτολεμαΐδα 5 τέθηκε σε λειτουργία το 2023; Και όταν η χώρα εξάγει λιγνίτη σε όμορες χώρες για να τον "κάψουν" αυτές σε δικά τους λιγνιτικά εργοστάσια; Τέλος, πως είναι σε θέση οι Γερμανοί παραγωγοί με λιγνίτη να πωλούν σε μια χονδρική αγορά που είναι στον μέσο ετήσιο όρο κατά 15% χαμηλότερη από την ελληνική και να επιβιώνουν (103-89 το 2025);
Το δημοσίευμα του BBC έτυχε να συμπέσει χρονικά με τις εικόνες της ανατίναξης του εξοπλισμού των ορυχείων στην Πτολεμαΐδα (με σκοπό να πωληθεί ως σκραπ). Αυτό έδωσε την ευκαιρία στους συνήθεις λαϊκιστές να δημιουργήσουν εντυπώσεις. Τα κρατικά ή κρατικοδίαιτα παπαγαλάκια και οι κυβερνητικοί "θεσμικοί" λομπίστες έσπευσαν να αντιμετωπίσουν τους λαϊκιστές με εξίσου έωλα λαϊκίστικα επιχειρήματα.
Ούτε οι μεν ούτε οι δε κατάφεραν έστω να θέσουν το σωστό ερώτημα. Οπότε εξακολουθούμε να αναμένουμε με αγωνία την απάντηση θέτοντας ακόμα μια φορά το ερώτημα. Μήπως βιαστήκαμε με τον λιγνίτη;
* Τυχαίνει το ποσοστό αυτό (περίπου 25%) να είναι στο ίδιο επίπεδο με αυτό της γειτονικής μας Βουλγαρίας, η οποία έχει επίσης θέσει ως έτος - στόχο "απολιγνιτοποίησης" το 2038.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου