Η λίστα ιστολογίων μου

20/1/16

Το Ρεύμα τον Χρόνο που Πέρασε

Το μηνιαίο δελτίο του ΛΑΓΗΕ του Δεκεμβρίου μας δίνει την συνολική εικόνα του κλάδου του ηλεκτρισμού με αριθμούς για όλο το 2015. Το Παρατηρητήριο Λιανικής Aγοράς Ηλεκτρισμού του allazorevma.gr κάνει τον παρακάτω σχολιασμό γιατί αξίζει τον κόπο οι αριθμοί να γίνονται κατανοητοί στους πολίτες γιατί τους αφορούν - δεδομένου ότι αυτοί (και μόνο αυτοί) πληρώνουν τον ...λογαριασμό.

Σχόλιο Πρώτο: Καταναλώσαμε το 2015 ρεύμα λίγο περισσότερο απο ότι το 2014 (αύξηση 1,34%). Την ίδια περίοδο αναμένεται να έχουμε μείωση του ΑΕΠ. Τι συμβαίνει? Υποκαταστήσαμε με ηλεκτρισμό άλλη πηγή ενέργειας (για θέρμανση?). Επενδύσαμε εν μέσω κρίσης σε κλιματιστικά με την λογική ότι η φτώχεια θέλει καλοπέραση?  Πάντως, ενώ η οικιακή και επαγγελματική χρήση είχαν αύξηση, η "μεγάλη" βιομηχανία μας (στην υψηλή τάση) είχε μείωση σην κατανάλωσή της.

Σχόλιο Δεύτερο:  Η μέγιστη ζήτηση έκανε την έκπληξη με δύο τρόπους. Αφ΄ενός αυξήθηκε κατά 10% περίπου σε σχέση με το 2014, αφ΄ετέρου επανεμφανίστηκε σε θερινή ώρα (αντι σε χειμερινή όπως το 2014). Τα κλιματιστικά που λέγαμε? Η αύξηση κατά 10% της μέγιστης ζήτησης σε μια χρονιά πάντως είναι μη αναμενόμενη υπό κανονικές συνθήκες. Χρειάζεται μελέτη. 

Σχόλιο Τρίτο. Εισάγουμε περίπου το 20% της ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώνουμε. Είναι μάλιστα πιθανό ότι αν υπήρχε η δυνατότητα θα είχαμε μεγαλύτερο ποσοστό εισαγωγών. Το περιορίζει η χωρητικότητα των διασυνδέσεων με τις όμορες χώρες. Θα είχαμε περισσότερες εισαγωγές γιατί το ρεύμα είναι πιο φθηνό στις χώρες αυτές. Αυτό μας φέρνει στο....

Σχόλιο Τέταρτο. Το κόστος του ρεύματος στην ελληνική χονδρική αγορά είναι πολύ πιο ακριβό απο αυτό που παράγεται στην Κεντρική Ευρώπη και τα Βαλκάνια. Η διαφορά φθάνει τα 20 ευρώ την μεγαβατώρα (52 - 33). Συμφέρει συνεπώς να εισάγει κανείς απο Βορρά αγοράζοντας στα 33 ευρώ και πουλώντας σε 52 (αφού ο-υπο ιδιωτικοποίηση- ΑΔΜΗΕ εισπράξει ως διόδια την μερίδα του λέοντος).

Σχόλιο Πέμπτο. Παρ' όλο που η χονδρική τιμή στο ελληνικό σύστημα είναι υψηλότερη απο την ευρωπαική, παρατηρούμε ότι το 2015 κατακρημνίστηκε. Για κάθε μήνα του 2015 η οριακή τιμή του συστήματος ήταν απο 5 έως 20% χαμηλότερη απο την προηγούμενη χρονιά.  Η ΡΑΕ έχει πολλή δουλειά να ερευνήσει αν η μείωση αυτή των τιμών χονδρικής "πέρασε" στην λιανική (Μην ξεχνάμε ότι το 2015 ήταν η χρονιά που οι προμηθευτές δεν επιβαρύνθηκαν με το κόστος των εργοστασίων φυσικού αερίου για να υπάρχουν αντί για να παράγουν - με τα περίφημα Αποδεικτικά Διαθεσιμότητος Ισχύος). Εμείς πάντως θα μπορούσαμε να διαβεβαιώσουμε την ΡΑΕ ότι δεν πέρασε. Αυτό γιατί δεν υπάρχει ανταγωνισμός. Που μας φέρνει στο...

Σχόλιο έκτο: Η λέξη "ανταγωνισμός" στην ελληνική αγορά ηλεκτρισμού μοιάζει με κρύο ανέκδοτο. Το μερίδιο των εναλλακτικών παρόχων είναι στό 4,3%. Αυξημένο βέβαια σε σχέση με το 2014 (περίπου στο 3%) αλλά ακόμη "ανέκδοτο". Αυτό είναι το μισοάδειο ποτήρι. Το μισογεμάτο είναι η προοπτική να ενεργοποιηθεί η αγορά (δεδομένων των μεγάλων περιθωρίων κέρδους των προμηθευτών) και να δεί ο καταναλωτής χαρά στο πορτοφόλι του. Τολμούμε να εισηγηθούμε ότι η λιανική τιμή του ανταγωνιστικού μέρους των οικιακών τιμολογίων που αυτή την στιγμή κυμαίνεται στα 9,5 λεπτά την κιλοβατώρα έχει περιθώριο να πέσει μέχρι και στα 8,0 λεπτά στην διάρκεια του 2016. Τώρα που θα έχουμε και την είσοδο νέων ισχυρών και φιλόδοξων παρόχων.  





18/1/16

Πρέπει το Δίκτυο Διανομής να μείνει "Δημόσιο"?

Διαβάσαμε με προσοχή την συνέντευξη του κυρίου Χατζηαργυρίου, Διευθύνοντος Συμβούλου του ΔΕΔΔΗΕ, στην εφημερίδα των συντακτών που αναδημοσιεύτηκε ευρέως. Ο κύριος Χατζηαργυρίου είναι μια από τις σπάνιες περιπτώσεις ηγετών δημοσίων οργανισμών που κατά τεκμήριο αντιπροσωπεύουν την αρχή "ο κατάλληλος άνθρωπος στην  κατάλληλη θέση". Γι' αυτό με ιδιαίτερο σεβασμό θα θέλαμε να σημειώσουμε ορισμένες παρατηρήσεις μας στα λεγόμενά του.

Ο κύριος Χατζηαργυρίου υποστηρίζει ότι τα δίκτυα πρέπει να μείνουν στην ιδιοκτησία του δημοσίου.  Ένας λόγος που δικαιολογεί την άποψη του αυτή είναι η ανεξαρτησία και διαφάνεια του ΔΕΔΔΗΕ σε σχέση με την  αγορά προμήθειας ηλεκτρισμού. Ερώτημα:  Γιατί είναι πιο ανεξάρτητος από τους προμηθευτές ένας οργανισμός διαχείρισης δικτύου στον οποίο ο κυρίαρχος προμηθευτής είναι μέτοχος κατά 100%?  Δεν υπονοούμε κάτι σχετικά με την  συμπεριφορά του ΔΕΔΔΗΕ - ιδιαίτερα υπό την ηγεσία του κυρίου Χατζηαργυρίου. Απλώς σημειώνουμε ότι το επιχείρημα ότι η ανεξαρτησία προαπαιτεί δημόσια ιδιοκτησία δεν μας φαίνεται πειστικό. 

Ένας δεύτερος λόγος - που αν και δεν αναφέρεται ρητά, υπονοείται-  είναι ότι τα δίκτυα είναι μονοπωλιακά και βρίσκονται υπό καθεστώς αυστηρού ρυθμιστικού ελέγχου. Ερώτημα: Αν η μονοπωλιακή αυτή δραστηριότητα ανήκε σε ιδιώτες δεν θα βρισκόταν υπό καθεστώς αυστηρού ρυθμιστικού ελέγχου?  Με βάση την Ευρωπαϊκή εμπειρία η απάντηση είναι ότι η ρύθμιση θα ήταν πολύ αυστηρότερη. Δεν είναι τυχαίο ότι ο περίφημος Κώδικας Διαχείρισης Δικτύου Διανομής που επιβάλει όρους ποιότητας εξυπηρέτησης και κοστολογικό έλεγχο στον ΔΕΔΔΗΕ έχει μείνει ανεφάρμοστος (στο μεγαλύτερο μέρος του) εδώ και πολλά (10?) χρόνια.

Ας μην λησμονούμε ότι έναντι των αναφερθέντων μειονεκτημάτων - τα οποία όπως προαναφέραμε είναι μάλλον πλεονεκτήματα της ιδιωτικοποίησης του ΔΕΔΔΗΕ, πρέπει να αντιπαρατεθούν  τα 3-4 δισεκατομμύρια ευρώ που θα εισέπραττε το ελληνικό κράτος από την ιδιωτικοποίηση της επιχείρισης. Όπως έχει επίσης δείξει η διεθνής εμπειρία, τα δίκτυα είναι το καλύτερο κομμάτι του ενεργητικού των εταιρειών ηλεκτρισμού προς πώληση. Ας μην υποτιμούμε επίσης το γεγονός ότι ιδιωτικοποίηση χωρίς Κανονισμό Διαχείρισης Δικτύου δεν θα ήταν δυνατόν να προχωρήσει.

Ο κύριος Χατζηαργυρίου όμως σε άλλο σημείο της συνέντευξής του δίνει έμμεσα ένα ακόμα επιχείρημα - αυτή την φορά υπέρ της ιδιωτικοποίησης. Παραδέχεται ότι ο ΔΕΔΔΗΕ δεν έχει τα χρήματα να επενδύσει σε "έξυπνο" δίκτυο και εξετάζει την χρηματοδότηση του φιλόδοξου προγράμματος μέσω Συμπράξεων με τον Ιδιωτικό Τομέα (ΣΔΙΤ).  Αυτό είναι - όπως πολλοί αντίθετοι σε κάθε μορφής ιδιωτικοποίηση  μπορούν να του εξηγήσουν - ιδιωτικοποίηση από την πίσω πόρτα. 

Κατά την άποψή μας αυτή είναι και η σημαντικότερη πλευρά του θέματος. Το ελληνικό δίκτυο διανομής κατασκευάστηκε στο μεγαλύτερο μέρος του στις δεκαετίες του 60 και του 70 και αποτελεί ίσως την μεγαλύτερη μοναδική επένδυση που έγινε ποτέ στην χώρα. Είναι όμως ένα δίκτυο κατασκευασμένο ταχύτατα και φθηνά - συνεπώς χαμηλής ποιότητας (για παράδειγμα έχει εξαιρετικά χαμηλό ποσοστό υπογείωσης σε σχέση με τα άλλα δυτικοευρωπαικά δίκτυα). Οι στατιστικές των ποιοτικών του χαρακτηριστικών το τοποθετούν χαμηλότερα όχι μόνο από όλα τα δίκτυα των δυτικοευρωπαικών χωρών, αλλά και από δίκτυα ορισμένων χωρών νυν ευρωπαικών αλλά πρώην μελών του σοβιετικού μπλόκ (Ουγγαρία, Σλοβενία, Τσεχία).

Το δίκτυο συνεπώς χρειάζεται επενδύσεις - ιδιαίτερα αν θέλουμε να το κάνουμε "έξυπνο". Οι επενδύσεις αυτές θα χρηματοδοτηθούν πιο εύκολα αν το δίκτυο ιδιωτικοποιηθεί. Όσο πιο γρήγορα τόσο καλύτερα.

Σημείωση: Οι στατιστικές των ποιτικών χαρακτηριστικών του δικτύου προέρχονται απο αναφορά του Council of European Energy Regulators "Benchmarking report 5.2 on the continuity of electricity supply, Data update, 12 February 2015"

9/1/16

O Διάβολος των Διακοπτόμενων Τιμολογίων Κρύβεται στις Λεπτομέρειες

Η σημαντικότερη παράμετρος στον σχεδιασμό ενός προγράμματος διακοπής φορτίου είναι ο καθορισμός του φορτίου που θα είχε ο καταναλωτής αν δεν συμμετείχε στο πρόγραμμα. Αυτό γιατί η αμοιβή του είναι ίση με την τιμή της διακοπτόμενης ισχύος (ίσως και ενέργειας) επι την διαφορά ανάμεσα στην ζήτηση που θα είχε αν δεν συμμετείχε στο πρόγραμμα (στην αγγλική ορολογία baseline) μείον την πραγματική του ζήτηση την ώρα της διακοπής. Είναι προφανές ότι η baseline ζήτηση είναι αποτέλεσμα που χρειάζεται φαντασία, δημιουργικότητα και ιστορικά στοιχεία για να υπολογιστεί. Επίσης καλή στατιστική ανάλυση αλλά και λίγη...τύχη.
Γιατί τύχη? Ας φανταστούμε ένα πρόγραμμα που για το 2016 αμείβει τους συμμετέχοντες στην διάρκεια όλης της χρονιάς με "Baseline" την μέση τιμή της ζήτησης που είχαν τα τελευταία πέντε χρόνια. Επίσης ας φανταστούμε ότι (ατυχώς) αυτό υλοποιείται σε μια χώρα που τα τελευταία πέντε χρόνια η βιομηχανική παραγωγή μειώνεται συνεχώς. Υπάρχει πιθανότητα το αποτέλεσμα με τη μέθοδο αυτή να είναι να αμείβονται πολλές βιομηχανίες κάνοντας ....τίποτα σχετικά με την ζήτησή τους όταν τους ζητείται διακοπή. Η για να το περιγράψουμε αλλιώς. Συμμετέχοντας στις μηνιαίες δημοπρασίες (για τον καθορισμό της τιμής) όσο πιο μειωμένη δραστηριότητα έχουν τόσο χαμηλότερες προσφορές δίνουν σε διακοπτόμενη ισχύ - γιατί δεν έχουν τίποτα να διακόψουν. Τροφή για σκέψη.

Τα παραπάνω δεν έχουν καμμία σχέση με συγκεκριμένη χώρα ή πρόγραμμα. Είναι εμπνευσμένα απο την αμερικανική εμπειρία. Περισσότερες σχετικές πληροφορίες απο την EnerNoc, την εταιρεία που πρωτοπορεί στις ΗΠΑ εδώ και χρόνια στην αγορά διαχείρισης της ζήτησης (demand response).

8/1/16

Περί Διακοψιμότητας και Αλλων ....Δεινών

Παρακολουθούμε με ενδιαφέρον την συζήτηση σχετικά με τα θεσμοθετηθέντα  πρόσφατα διακοπτόμενα τιμολόγια. Αυτό γιατί η Clarus ESCo έχει μελετήσει το θέμα (Demand Response) στα πλαίσια έργου που χρηματοδοτήθηκε από το ΕΣΠΑ και το οποίο διεξήχθη από τον Σεπτέμβριο του 2012 μέχρι τον Μάρτιο του 2014 (Οι μελέτες που ετοιμάστηκαν από ομάδα 3 επιστημόνων εκ των οποίων οι δύο με διδακτορικό, είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα www.clarusesco.com) Οι παρατηρήσεις μας:
  • Είναι προφανές ότι ο νέος θεσμός δεν δημιουργήθηκε με πρώτο στόχο την αποτελεσματική λειτουργία του ηλεκτρικού συστήματος αλλά την επιδότηση ορισμένων μεγάλων βιομηχανικών καταναλωτών. Δεν πρωτοτυπούμε σ΄αυτό - το ίδιο κάνουν και οι Γερμανοί. Μάλιστα η σχετική χρέωση (6 ευρώ την μεγαβατώρα) είναι διαφανής στα τιμολόγια των υπόλοιπων πελατών (στο ρυθμιζόμενο κομμάτι). Έτσι ίσως εξηγείται το πως παρακάμφθηκαν οι αντιρρήσεις της ΕΕ στην ελληνική ανάλογη πατέντα. Οι Γερμανοί πάντως δεν τόλμησαν να χρεώσουν το κόστος στους παραγωγούς από ανανεώσιμες πηγές.
  • Η απόφαση να επιτρέπεται στον ΑΔΜΗΕ να ζητά 2 GW διακοπτόμενης ισχύος είναι υπερβολή. Ακόμα και οι πιο ενθουσιώδεις υποστηρικτές του Demand Response υπολογίζουν ότι το μέγιστο δυναμικό για τον "πόρο" αυτό δεν υπερβαίνει το 10% της αιχμής (στις ΗΠΑ όπου υπάρχει η πιο ανεπτυγμένη αγορά είναι σε μέσο όρο 7%). Στην περίπτωση της Ελλάδας αυτό μεταφράζεται σε λιγότερο από 1 GW. Θα παρατηρήσει κανείς ότι αν δεν χρειάζεται η εφεδρεία από διακοπή ο ΑΔΜΗΕ απλώς δεν θα την ζητά. Αυτό όμως δεν λύνει το πρόβλημα που είναι: Ποιός παραγωγικός πόρος είναι φθηνότερος για να καλύψει τις ανάγκες εφεδρείας (δεδομένου ότι πράγματι η διακοπή φορτίου μπορεί να είναι τεχνικά ισοδύναμη με διαθέσιμη ισχύ)?
  • Αποφασίστηκε συνεπώς η διεξαγωγή μηνιαίων δημοπρασιών για να δοθεί επίφαση διαφάνειας. Οι δημοπρασίες αυτές όμως δίνουν βέλτιστη κατανομή μεταξύ διακοπτόμενων  φορτίων και όχι μεταξύ όλων των εναλλακτικών πόρων εφεδρείας. Στην πραγματικότητα, ο ΛΑΓΗΕ διεξάγει ημερήσιες δημοπρασίες μεταξύ των (συμβατικών) παραγωγών ακριβώς για την παροχή υπηρεσιών εφεδρείας. Η ορθή λύση λοιπόν θα ήταν να συμμετάσχουν τα διακοπτόμενα φορτία στην ημερήσια δημοπρασία μαζί με όλους τους συμβατικούς παραγωγούς. Με τον τρόπο αυτό θα λυνόταν αυτομάτως και το πρόβλημα του ΑΔΜΗΕ - "πόση εφεδρεία διακοπτόμενου χρειάζομαι?"  Η αγορά θα έδινε την απάντηση. Ο τρόπος που επελέγη δεν θέλει να εφαρμόσει την ετυμηγορία της αγοράς και αυτό είναι κρίμα δεδομένου ότι το κόστος εφεδρείας μέσω διακοπής φορτίου (πραγματικής όμως και όχι "ιδεατής") είναι πολύ μικρότερο από την παραγωγή των συμβατικών μονάδων αιχμής. Το πιο πιθανό θα ήταν ότι σε περίπτωση "συνολικής" δημοπρασίας θα εξαντλούντο οι πόροι διακοπτόμενου φορτίου πριν ανατεθεί εφεδρεία σε συμβατικό σταθμό. 
  • Να παρατηρήσουμε σχετικά με το προηγούμενο σημείο ότι το διακοπτόμενο φορτίο (όπως τουλάχιστον αυτό ορίζεται στην υπουργική απόφαση) είναι υποκατάστατο της βραχυπρόθεσμης εφεδρείας και όχι της μακροπρόθεσμης η οποία αμείβεται με τα περίφημα ΑΔΙ (Αποδεικτικά Διαθεσιμότητας Ισχύος). Άλλη δημοπρασία αυτή - κάποτε θα γίνει και στην Ελλάδα. Σ'αυτήν θα συμμετέχει ελπίζουμε ισότιμα και το διακοπτόμενο φορτίο αλλά πιο σημαντικό θα είναι να συμμετέχουν οι διασυνδέσεις (άλλο θέμα).
  • Τέλος τα ελάχιστα όρια συμμετοχής - στα 5 ή στα 3 MW. Εδώ είναι εμφανές περισσότερο από οπουδήποτε αλλού το "φωτογραφικό" της υπόθεσης. Δεν έχουμε επαρκή στοιχεία αλλά στοιχηματίζουμε ότι οι έχοντες δικαίωμα συμμετοχής στις δημοπρασίες δεν είναι εκατοντάδες αλλά (λίγες) δεκάδες καταναλωτών. Αν επισκεφθεί κανείς ιστοσελίδες αμερικανικών εταιρειών ηλεκτρισμού θα δεί να προσφέρονται μέσες αμοιβές της τάξεως των 7 δολαρίων τo ΚW τον μήνα  για διακοπτόμενο φορτίο από 100 ΚW και πάνω (2 δολάρια τον χειμώνα - 12 το καλοκαίρι στο Σαν Ντιέγκο, που είναι εξαίρεση - η μέση τιμή στις ΗΠΑ είναι 3,5 δολάρια). Μεγάλα συμβόλαια διακοπής έχουν σταματήσει να προσφέρονται (ένας λόγος είναι ότι οι συμβατικοί παραγωγοί τα πολέμησαν μέχρι το Ανώτατο δικαστήριο και κέρδισαν).
Η Clarus ESCo πάντα πίστευε ότι εμείς στην Ελλάδα έχουμε εν δυνάμει πλεονέκτημα γιατί λόγω της καθυστέρησης μπορούμε να μαθαίνουμε από τις επιτυχίες και τα λάθη των προηγμένων κοινωνιών. Πώς καταφέρνουμε να αντιγράφουμε μόνο τα λάθη είναι ανεξήγητο.






26/12/15

Ο Ανταγωνισμός στην Λιανική Αγορά Ρεύματος - η Περίπτωση της Γερμανίας

Η καθυστέρηση στην ανάπτυξη της λιανικής αγοράς ηλεκτρισμού στην Ελλάδα έχει ένα πλεονέκτημα. Μας επιτρέπει να μάθουμε απο τις επιτυχίες αλλά και τα λάθη των πρωτοπόρων. Η Γερμανία είναι μια τέτοια πρωτοπόρα αγορά. Στο σημείωμα αυτό, που ετοιμάστηκε απο το allazorevma.gr στα πλαίσια του Παρατηρητηρίου της Αγοράς Λιανικής, καταγράφονται ορισμένα χαρακτηριστικά του ανταγωνισμού στη Γερμανία και συγκρίνονται με την περίπτωση της Ελλάδος (με μια μικρή επιφύλαξη: "Είδα το μέλλον - και δουλεύει" είχε πεί ένα αμερικανός δημοσιογράφος των Times της Νέα Υόρκης που επισκέφθηκε την Σοβιετική Ενωση την δεκαετία του '20 - bad call!).

Μια πρώτη διαφορά είναι οτι τα τιμολόγια του ρεύματος είναι διαφορετικά σε κάθε περιοχή της Γερμανίας ενώ στην Ελλάδα υπάρχει μια ενιαία τιμή για όλη την χώρα. Ο καταναλωτής στη Γερμανία έχει τρείς επιλογές. α) να διατηρήσει το παλιό του συμβόλαιο με τον τοπικό πάροχο β) να ζητήσει νέο συμβόλαιο απο τον τοπικό παρόχο ή γ) να ζητήσει νέο συμβόλαιο απο άλλον πάροχο. Υπάρχουν πάνω απο 1,100 πάροχοι (απο τους οποίους οι 4 μεγάλοι - RWE, E.ON, Vattenfall και EnBW έχουν λιγότερο απο το 40% της αγοράς και οι περισσότεροι απο τους υπόλοιπους είναι μικρές δημοτικές επιχειρήσεις) και 13,000 τιμολόγια για να διαλέξει κανείς. Μέχρι τo 2013, το 34% των Γερμανών οικιακών καταναλωτών (που στο σύνολό τους είναι περίπου 40 εκατομμύρια) είχαν μείνει με τα παλιά τους συμβόλαια, ένα άλλο 45% είχε νέο συμβόλαιο με τον τοπικό πάροχο και το υπόλοιπο 21% είχε αλλάξει πάροχο.

Οι τιμές, όπως είναι φυσικό, είναι το κύριο πεδίο του ανταγωνισμού. Οι Γερμανοί πληρώνουν την δεύτερη υψηλότερη τιμή ρεύματος στην Ευρώπη (μετά την Δανία) η οποία επιβαρύνεται σε ποσοστό πάνω απο 50% με φόρους και τέλη (ο ΦΠΑ είναι σε ποσοστό 19%). Οι εκπτώσεις για νέους πελάτες όμως είναι πολύ μεγάλες. Αυτή την στιγμή κυμαίνονται στα 380 ευρώ για ετήσια χρέωση των 3.500 κιλοβατωρών που στοιχίζουν ονομαστικά περίπου 1,050 ευρώ (τα ποσά περιλαμβάνουν τον ΦΠΑ και όλες τις "ρυθμιζόμενες" χρεώσεις). Η έκπτωση δίνεται πάντα σε ευρώ υπολογισμένη με βάση την εκτιμώμενη κατανάλωση. Ενα μέρος δίνεται στη αρχή του ετήσιου συμβολαίου (Sofortbonus) και το υπόλοιπο (Neukundenbonus) στο τέλος.

Είναι αξιοσημείωτο ότι όλα τα τιμολόγια περιλαμβάνουν σημαντική πάγια χρέωση (σε μηνιαία βάση περίπου 10-12 ευρώ) σε αντίθεση με την Ελλάδα όπου οι πάγιες χρεώσεις είναι μικρές (και ορισμένοι πάροχοι τις έχουν καταργήσει). Δεν υπάρχουν επίσης κλιμακωτές χρεώσεις όπως ακόμα συμβαίνει στα περισσότερα τιμολόγια στην Ελλάδα. (Αντίθετα σε ορισμένα επαγγελματικά συμβόλαια στην Γερμανία υπάρχουν κλιμακωτές χρεώσεις με φθίνουσες τιμές).

Για να έχουμε μια συγκριτική εικόνα, ένα γερμανικό νοικοκυριό με κατανάλωση 3,500 κιλοβατώρες τον χρόνο μετά τις εκπτώσεις - κίνητρο για αλλαγή προμηθευτή  πληρώνει περίπου 715 ευρώ έναντι των 630 που πληρώνει ένα ελληνικό νοικοκυριό με την ίδια κατανάλωση. Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΕ οι γερμανοί καταναλωτές πληρώνουν μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματός τους για ηλεκτρισμό απο ότι οι έλληνες (που είναι λογικό αν σκεφτεί κανείς ότι χωρίς τις εκπτώσεις για αλλαγή προμηθευτή, οι 3,500 κιλοβατώρες στοιχίζουν 1,050 ευρώ στην Γερμανία ενώ μόνο 630 στην Ελλάδα). Οι Γερμανοί καταναλωτές πληρώνουν αδιαμαρτύρητα (όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις) το κόστος για τη αλλαγή κατεύθυνσης στην παραγωγή ηλεκτρισμού με την επιδότηση των ανανεώσιμων πηγών και το σταδιακό κλείσιμο των πυρηνικών εργοστασίων.

Μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στην γερμανική και την ελληνική αγορά είναι η παρουσίαση των τιμολογίων. Στην Γερμανία οι προσφορές των παρόχων είναι απόλυτα ομογενοποιημένες και άμεσα συγκρίσιμες μεταξύ τους. Δεν διαφέρουν στην δομή τους ούτε στις ιστοσελίδες των παρόχων ούτε στις ειδικές ιστοσελίδες σύγκρισης τιμών. Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι οι προσφορές ανάγονται άμεσα σε ευρώ ετήσιας δαπάνης ή οφέλους και δεν αναφέρονται σε ποσοστά. Περιλαμβάνουν δε το σύνολο των χρεώσεων (ανταγωνιστικών και ρυθμιζόμενων) αλλά και τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας.

Είναι ενδιαφέρον το πως διαφοροποιούνται οι προσφορές των παρόχων στην Γερμανία μετά το ύψος των τιμών.

  • Ενα χαρακτηριστικό είναι η σταθερότητα της τιμής. Δεν υπάρχουν στην Γερμανία "ρήτρες οριακής τιμής". Αντίθετα υπάρχουν προσφορές με σταθερή τιμή μέχρι και 2 χρόνια.
  • Στην Γερμανία το 25% περίπου των καταναλωτών προτιμούν να αγοράζουν οικολογικό ("πράσινο") ρεύμα, με τιμή ελαφρά υψηλότερη απο το συμβατικό. Αυτό αφού πληρώσουν μέσω των ρυθμιζόμενων χρεώσεων ένα τέλος για την υποστήριξη των ΑΠΕ που είναι διπλάσιο απο αυτό που πληρώνουν οι Ελληνες καταναλωτές. Στην Ελλάδα βεβαίως δεν προσφέρονται ακόμα "πράσινα" τιμολόγια.
  • Ενδιαφέρον επίσης είναι ότι οι πάροχοι προσφέρουν μεν όπως και στην Ελλάδα νυκτερινό ρεύμα αλλά το συνδέουν πάντα με συγκεκριμένη χρήση (αντλίες θερμότητος ή θερμοσυσσωρευτές).
  • Σημαντικός παράγοντας ανταγωνισμού είναι η ποιότητα εξυπηρέτησης. Οι ειδικές ιστοσελίδες σύγκρισης τιμών (Strompreisvergleichsportal) διεξάγουν και δημοσιοποιούν την δική τους περιοδική αξιολόγηση όλων των παρόχων, παρέχουν όμως και την δυνατότητα στους χρήστες τους να κάνουν την δική τους αξιολόγηση στο διαδίκτυο.
  • Οι μεγαλύτεροι πάροχοι επενδύουν στην δημιουργία "Brand Νames" και προσφέρουν το προιόν τους όχι με την εταιρική τους ονομασία αλλά με εύληπτα απο το κοινό ονόματα. Παράδειγμα η EnBW (Energie Baden-Württemberg) που προσφέρει "Yellostrom" - κάτι σαν "κίτρινο ρεύμα" (αν και με τέτοιο όνομα είναι κατανοητό). Το μπλέ είναι το χρώμα του άλλου μεγάλου παρόχου με δύσκολο όνομα, της RWE (Rheinisch-Westfälisches Elektrizitätswerk).
  • Τέλος ορισμένοι πάροχοι προσφέρουν ακριβότερο "Εξυπνο" ρεύμα που περιλαμβάνει λογισμικό διαχείρισης "έξυπνου σπιτιού" ("Smart Home") και δωροεπιταγή της τάξεως των 300 ευρώ για νέους πελάτες, για την αγορά συσκευών παρακολούθησης και αισθητήρων (ασφάλεια, θέρμανση, φωτισμός). Η δωροεπιταγή ρευστοποιείται στο ηλεκτρονικό κατάστημα (e-shop) του παρόχου.
Είδαμε λοιπόν το μέλλον και δουλεύει - λίγο πολύ. Ποιά είναι τα χρήσιμα μαθήματα απο την γερμανική αγορά? Τα σημαντικότερα κατά τη γνώμη μας είναι α) ότι οι πάροχοι δεν πρέπει να φοβούνται τον ανταγωνισμό και β) ότι ο ανταγωνισμός στην ελληνική αγορά δεν άρχισε ακόμα - τόσο όσον αφορά τον αριθμό των παρόχων όσο και την ποικιλία των προσφορών. Απο την άλλη μεριά καλό είναι (ως πολίτες όμως και όχι ως καταναλωτές) να πείσουμε τους πολιτικούς μας ότι δεν χρειάζεται να υπερβάλουμε με τους φόρους και τα τέλη - οι Γερμανοί είναι το χειρότερο παράδειγμα σ'αυτό.

22/12/15

Η Αγορά Ρεύματος Επιταχύνει Προκαλώντας Θόρυβο και Σύγχυση - Ευτυχώς Υπάρχει Λύση

Από τον Οκτώβριο του 2015 η λιανική αγορά ρεύματος έχει ζωντανέψει με επίκεντρο πλέον τους οικιακούς και μικρούς επαγγελματικούς καταναλωτές που αποτελούν και την συντριπτική πλειοψηφία. Η εξέλιξη αυτή είναι ωφέλιμη για τον καταναλωτή. Υπολογίζεται ότι αν οι μισοί οικιακοί καταναλωτές άλλαζαν προμηθευτή σήμερα επιλέγοντας τον φθηνότερο, θα είχαν συνολικό όφελος μεγαλύτερο από 150 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο.

Το όφελος αυτό όμως για να κερδηθεί θα πρέπει ο καταναλωτής να επενδύσει χρόνο και προσπάθεια για να επιλέξει την καλύτερη γι αυτόν λύση από αυτές που προσφέρονται. Ορισμένοι από τους λόγους που κάνουν την σύγκριση δύσκολη είναι:

  • Η ανομοιογένεια των προσφορών όσον αφορά τον υπολογισμό της έκπτωσης, και οι μη ορατές σε πρώτο μάτι δεσμεύσεις. Οι εκπτώσεις δίδονται άλλες φορές σε ποσοστά, άλλες φορές σε τιμή μονάδος με  αναφορές σε αριθμό "λογαριασμών" (που είναι συνήθως μηνιαίοι σε αντίθεση με την ΔΕΗ που είναι διμηνιαίοι).  Συνήθως οι προσφορές συνοδεύονται από ελάχιστο χρόνο παραμονής του πελάτη στο συμβόλαιο. Αυτό συνεπάγεται απώλεια μέρους του οφέλους από την προσφορά σε περίπτωση μη ανανέωσης με τον προσφέροντα προμηθευτή.
  • Η διαφορετική δομή των τιμολογίων (πάγιες χρεώσεις, κλίμακες κατανάλωσης) που διαφοροποιούν την ελκυστικότητα των προσφερόμενων τιμολογίων ανάλογα με την κατανάλωση αλλά και μεταξύ προμηθευτών.
  • Η σύγχυση στο θέμα των εγγυήσεων. Στην προσπάθεια να χαμηλώσουν το εμπόδιο στην αλλαγή που αποτελούν οι εγγυήσεις κατανάλωσης, οι προμηθευτές έχουν ο καθένας την δική του πολιτική την οποία μάλιστα αλλάζουν συχνά. 
  • Οι όροι που καθορίζουν τη σταθερότητα ή όχι της τιμής. Οι περισσότεροι προμηθευτές περιλαμβάνουν στις μακροσκελείς συμβάσεις (από 6.000 μέχρι 10,000 λέξεις) που υπογράφουν με τους πελάτες τους την περίφημη ρήτρα οριακής τιμής μέσω της οποίας περνούν (από ένα όριο και πάνω) τον κίνδυνο της χονδρικής αγοράς στους καταναλωτές.
  • Η συνεχής και απρόβλεπτη αλλαγή σε όλα τα παραπάνω. Οι προμηθευτές στην προσπάθειά τους να αποκτήσουν γρήγορα πελατειακή βάση επιλέγουν διαφημιστικά μηνύματα που δεν είναι απόλυτα διαφανή και πολλές φορές οι υποσχέσεις που δίνονται δεν είναι ενσωματωμένες στους όρους των συμβάσεων που καλούνται οι καταναλωτές να υπογράψουν μέσω των ιστοσελίδων των ίδιων των προμηθευτών.
  • Και βέβαια η ποιότητα εξυπηρέτησης η οποία θα εξακριβωθεί μόνο μετά την αλλαγή προμηθευτή είναι όμως δυνατόν να προβλεφθεί από την συμπεριφορά του προμηθευτή κατά την διάρκεια της διαδικασίας αλλαγής.  

 Αν κρίνει κανείς από την εξέλιξη των αγορών στην Μεγάλη Βρετανία και στην Γερμανία, γρήγορα η αγορά θα ομογενοποιηθεί και η διαδικασία σύγκρισης και επιλογής θα γίνει πιο εύκολη. Ο ανταγωνισμός θα επικεντρωθεί πλέον στην ποιότητα εξυπηρέτησης και την  παροχή υπηρεσιών προστιθέμενης αξίας (τώρα που θα εγκατασταθούν και οι έξυπνοι μετρητές να δείτε τι έχει να γίνει). Μέχρι να γίνει αυτό όμως υπάρχει λύση. Το allazorevma.gr.

27/11/15

Πόσο Στοιχίζει το Ρεύμα και Γιατί?

Το allazorevma.gr, η πρώτη ιστοσελίδα σύγκρισης τιμών ηλεκτρισμού στην Ελλάδα, διεξάγει αυτή την περίοδο μια έρευνα σχετικά με το κόστος του ρεύματος. Η έρευνα γίνεται με σκοπό να διευκολυνθεί η δημόσια συζήτηση σχετικά με τον κλάδο του ηλεκτρισμού με την συγκέντρωση και ανάλυση των σχετικών πληροφοριών και δεδομένων. “Ολοι δικαιούνται να έχουν την δική τους άποψη αλλά όχι τα δικά τους δεδομένα” είχε πεί ένας επιφανής αμερικανός πολιτικός. Και είχε δίκιο.

Η προσπάθεια λοιπόν είναι να συμφωνήσουμε κατ' αρχήν σε κοινά αποδεκτά δεδομένα. Στην προσπάθεια αυτή χρησιμοποιήθηκαν δημόσια διαθέσιμες πηγές πληροφοριών τόσο για την ελληνική όσο και για την γερμανική αγορά ηλεκτρισμού. Η σύγκριση (benchmarking) με την μεγαλύτερη, ανταγωνιστικότερη αλλά και πρωτοπόρο στην προσπάθεια επίτευξης περιβαλλοντικών στόχων γερμανική αγορά παράγει εξαιρετικά ενδιαφέροντα αποτελέσματα. Να σημειωθεί εκ των προτέρων ότι τα δεδομένα που χρησιμοποιήθηκαν έχουν χρόνο αναφοράς το 2014 για πολλούς λόγους. Ενας απο αυτούς είναι ότι το 2015 το νομικό πλαίσιο κάτω απο το οποίο γίνονται οι συναλλαγές στην αγορά ηλεκτρισμού δεν είναι σταθερό και διαφανές. Παρακάτω παρουσιάζονται σε συνοπτική μορφή ορισμένα απο τα αποτελέσματα της έρευνας.

Πόσο κοστίζει το ρεύμα λοιπόν για τον οικιακό καταναλωτή?

Κοστίζει 252 ευρώ την Μεγαβατώρα στην Ελλάδα και 290 ευρώ την Μεγαβατώρα στην Γερμανία. Είναι δηλαδή κατά 15% ακριβότερο στην Γερμανία απο ότι στην Ελλάδα (η Γερμανία είναι η δεύτερη ακριβότερη χώρα στην Ευρώπη μετά την Δανία). Διευκρινίσεις:

  • Η Μεγαβατώρα δεν είναι τίποτα άλλο απο 1,000 Κιλοβατώρες. Καταναλώνουμε στο σπίτι μας κατά μέσο όρο περίπου 3-4 Μεγαβατώρες τον χρόνο. Βοηθάει να μετράμε σε Μεγαβατώρες γιατί οι τιμές παρουσιάζονται χωρίς δεκαδικά που προκαλούν σύγχυση.
  • Το κόστος που αναφέρουμε (τόσο για την Ελλάδα όσο και για την Γερμανία) αφορά οικιακούς και μκρούς εμπορικούς πελάτες, που είναι σε αριθμό η συντριπτική πλειοψηφία των καταναλωτών.
  • Το κόστος περιλαμβάνει τον “ΦουΠουά”, γιατί τουλάχιστον οι οικιακοί πελάτες δεν έχουν τρόπο να τον συμψηφίσουν – άρα τον πληρώνουν στο σύνολό του.
  • Δεν περιλαμβάνεται στους υπολογισμούς οτιδήποτε δεν έχει σχέση με το ρεύμα αλλά πληρώνεται μέσω των λογαριασμών του (Δημοτικά τέλη, Φόροι, ΕΡΤ κλπ).

Που πάνε τα λεφτά που δίνουμε για το ρεύμα?

Ας αρχίσουμε την αποδόμηση του κόστους απο το “τέλος” δηλαδή τον “ΦουΠουά”. Απο τα 252 ευρώ στην Ελλάδα τα 29 είναι ο ΦΠΑ, ο οποίος είναι στο 13%. Στην Γερμανία απο τα 290 ευρώ τα 46,4 είναι ο ΦΠΑ, με συντελεστή 19%. Αποτέλεσμα: Χωρίς τον “ΦουΠουά” το κόστος γίνεται 223 ευρώ την Μεγαβατώρα στην Ελλάδα και 243,6 ευρώ την Μεγαβατώρα στην Γερμανία. Η διαφορά μεταξύ Ελλάδος Γερμανίας συνεπώς μειώνεται στο 9% (ή τα 20 ευρώ την Μεγαβατώρα) με φθηνότερη πάντα την Ελλάδα

Πόσα απο τα λεφτά μετά τον ΦΠΑ πάνε για να παραχθεί και να διανεμηθεί στα σπίτια μας το ρεύμα?

Η απάντηση που έρχεται αμέσως στο μυαλό είναι: Προφανώς όλα. Εδώ έρχεται η πρώτη μεγάλη έκπληξη (έχει πολλές - υπομονή). Απο τα 223 ευρώ στην Ελλάδα μόνο τα 170 πάνε στην Παραγωγή/Μεταφορά/Διανομή ρεύματος. Η δεύτερη έκπληξη είναι ότι στην Γερμανία τα λεφτά που πάνε στην Παραγωγή/Μεταφορά/Διανομή είναι ακόμη λιγότερα – απο τα 243 μόνο 139 ευρώ την Μεγαβατώρα. Που σημαίνει ότι η Παραγωγή /Μεταφορά /Διανομή είναι κατά 34 ευρώ ή 20% φθηνότερη στην Γερμανία απο ότι στην Ελλάδα.

Ας προσπαθήσουμε, “σκάβοντας” λίγο παρακάτω να αναλύσουμε τις δύο αυτές εκπλήξεις και να βγάλουμε τα συμπεράσματά μας. Προσπαθούμε να αναλύσουμε την πρώτη έκπληξη. Που πάνε τα λεφτά αφού πληρώσουμε το κόστος του ρεύματος? Στην Ελλάδα πρέπει να εξηγήσουμε διαφορά περίπου 53 ευρώ και στην Γερμανία 104 ευρώ. Να σημειώσουμε ότι η θετική υπέρ της Ελλάδος διαφορά των 51 (104-53=51 ευρώ) στα “εκτός παραγωγής ρεύματος” υπερκαλύπτει τη αρνητική διαφορά των 31 ευρώ στο κόστος Παραγωγής/Μεταφοράς/Διανομής που θα αναλυθεί παρακάτω.

Που πάνε τα “εκτός παραγωγής ρεύματος” κόστη?

Στην Ελλάδα κυρίως σε δύο κατηγορίες δαπανών. Στις Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας - 18 απο τα 53 ευρώ - και στην αμοιβή των παραγωγών απο Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας - το ονομαζόμενο ΕΤΜΕΑΡ με 32 ευρώ απο τα 53. Το δεύτερο είναι άμεσα συγκρίσιμο με την ανάλογη χρέωση στην Γερμανία, όπου είναι σχεδόν διπλάσιο στα 62 ευρώ. Οι Γερμανοί πληρώνουν διπλάσια χρήματα απο τους Ελληνες για την επιδότηση των ανανεώσιμων πηγών. Αυτό συμβαίνει κυρίως γιατί στην Γερμανία το ποσοστό συνεισφοράς των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα είναι μεγαλύτερο απο ότι στην Ελλάδα. Το 2014 το ποσοστό αυτό ήταν 16% περίπου για την Ελλάδα έναντι 25% στην Γερμανία. Δευτερευόντως υπάρχει πιθανόν διαφορά στο επίπεδο της επιδότησης (των Feed in Tariffs) που δεν είναι όμως εύκολο να ανιχνευθεί. Η διαφορά στο ΕΤΜΕΑΡ πάντως εξηγεί τα 30 απο τα 51 ευρώ της διαφοράς υπέρ της Ελλάδος.

Πριν προχωρήσουμε στις Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας, να ελαφρύνουμε τον Γερμανό καταναλωτή απο 20 ευρώ για “Φόρο Ηλεκτρισμού” και το Ελληνα κατά 3 ευρώ που πληρώνει για τον ειδικό φόρο κατανάλωσης φυσικού αερίου. Απέμεναν λοιπόν να εξηγηθούν (53-30-20=3) ευρώ για την διαφορά στα ΥΚΩ. Η διαφορά είναι μικρή και το ενδιαφέρον είναι όχι τόσο πολύ το ύψος των χρεώσεων όσο ο σκοπός στον οποίο κατευθύνονται.

Στην Ελλάδα οι Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας αφορούν σε πολύ μεγάλο ποσοστό στην επιδότηση των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών (κυρίως Κρήτη-Ρόδο). Επίσης μικρό ποσοστό αφορά επιδοτήσεις μέσω Κοινωνικού Τιμολογίου ευπαθών ομάδων καταναλωτών. Στην Γερμανία (που δεν έχουν μεγάλα νησιά) οι χρεώσεις αφορούν μεταξύ άλλων: Κόστος διακοπτόμενων τιμολογίων για την βιομηχανία (σύντομα και στην Ελλάδα), επιδότηση συμπαραγωγής, κόστος δικαιωμάτων διέλευσης (μεταφορά στην τοπική αυτοδιοίκηση), επιδότηση δικτύων μεταφοράς για εγκαταστάσεις ανεμογεννητριών offshore κλπ.
Συνοψίζοντας μέχρι στιγμής, ο Γερμανός καταναλωτής επιβαρύνεται με πολύ μεγαλύτερους φόρους και διπλάσιο τέλος ΑΠΕ απο τον Ελληνα. Συνολική διαφορά περίπου 51 ευρώ την Μεγαβατώρα.

Ωραία “καθαρίσαμε” το κόστος απο τους φόρους και τις διάφορες χρεώσεις που είναι αμιγώς αποτελέσματα αποφάσεων πολιτικής Πόσο στοιχίζει όμως ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ το ρεύμα και γιατί?

Κοστίζει 170 ευρώ την Μεγαβατώρα στην Ελλάδα ενώ στην Γερμανία κοστίζει 139 ευρώ την Μεγαβατώρα. Το κόστος της Παραγωγής/Μεταφοράς/Διανομής στην Ελλάδα είναι ακριβότερο κατα 31 (170-139) ευρώ την Μεγαβατώρα απο ότι στην Γερμανία.

Αφού παρατηρήσουμε την αξιοσημείωτη πληροφορία ότι το κόστος Παραγωγής είναι συγκρίσιμο (και στην Γερμανία σχεδόν ίσο) με το κόστος Μεταφοράς/Διανομής, ας το αναλύσουμε ξεκινώντας απο το σχετικά ευκολότερο - την Μεταφορά/Διανομή. Η διαφορά εδώ είναι περίπου 9 ευρώ (76-66,5=9,5) υπέρ της Γερμανίας (απο τα 31). Γιατί είναι ακριβότερο να μεταφέρουμε και να διανέμουμε το ρεύμα στη Ελλάδα και μάλιστα κατά 14% περίπου σε σχέση με την Γερμανία? Ισως η ποιότητα των υπηρεσιών (συχνότητα και διάρκεια διακοπών στη ηλεκτροδότηση) να είναι καλύτερη στην Ελλάδα θα υποθέσει κανείς. Συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Σύμφωνα με τα στοιχεία συγκριτικής μελέτης του CEER (Council of European Energy Regulators) του 2011, οι δείκτες ποιότητας για την Ελλάδα είναι πολύ χειρότεροι αυτών της Γερμανίας (και αμφιβάλουμε αν έχουν βελτιωθεί απο τότε).

Μια λογική εξήγηση είναι οι μεγαλύτερες “τεχνικές” απώλειες στο δίκτυο. Πράγματι το δίκτυο στην Γερμανία είναι σχεδόν σε ποσοστό 80% υπόγειο (έναντι 30% στην Ελλάδα) άρα έχει λιγότερες απώλειες και βλάβες – αλλά στοίχισε περισσότερο για να κατασκευαστεί. Οι απώλειες και μόνο θα μπορούσαν να εξηγήσουν ένα ποσοστό μέχρι και 3% της διαφοράς. Πέρα των “τεχνικών” υπάρχουν και οι ¨εμπορικές” απώλειες ή αλλιώς ρευματοκλοπή. Υπάρχουν ενδείξεις ότι έχουμε πρόβλημα στην Ελλάδα – δεν υπάρχουν όμως διαθέσιμα συφγκριτικά στοιχεία. Γεγονός όμως είναι ότι όσο πιο φτωχή είναι μια χώρα τόσο μεγαλύτερο το ποσοστό ρευματοκλοπής. Στο Τρίτο κόσμο (Ινδία, Φιλιππίνες, κλπ) φθάνει σε ποσοστά 30%.

Θα πρέπει όμως απο την άλλη μεριά να αναφερθεί ότι εδώ και τουλάχιστον μια δεκαετία (!) καθυστερεί η πλήρης εφαρμογή του Κώδικα Διαχείρισης Δικτύου Διανομής που περιλαμβάνει κίνητρα/αντικίνητρα σχετικά τόσο με το κόστος όσο και την ποιότητα των υπηρεσιών του ΔΕΔΔΗΕ.

Η διαφορά των 21,5 ευρώ υπέρ της Γερμανίας στην Παραγωγή (94-72,5=21,5) είναι πολύ μεγάλη και πολύ ενδιαφέρουσα. Να σημειωθεί ότι στην Παραγωγή συμπεριλαμβάνεται και η εμπορική λειτουργία (προμήθεια). Πάμε λοιπόν.

Από τα 94 ευρώ την Μεγαβατώρα στην Ελλάδα περίπου 52 είναι το μέσο κόστος αγοράς ρεύματος στην χονδρική αγορά (Μέση οριακή τιμή συστήματος μέχρι σήμερα το 2015). Το ανάλογο νούμερο στην Γερμανία είναι περίπου 33 ευρώ. Συνεπώς η υψηλότερη τιμή χονδρικής στην Ελλάδα εξηγεί και τα 19 απο τα 21,5 ευρώ της διαφοράς. Γιατί έχουμε τέτοια διαφορά στο κόστος της χονδρικής? Η απάντηση δεν είναι εύκολη αλλά πέραν του μείγματος καυσίμου ίσως ο σημαντικότερος παράγοντας είναι η έλλειψη επαρκών διασυνδέσεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι περισσότερο απο 20% του ρεύματος που καταναλώνουμε εισάγεται απο Βορρά, όπου η τιμή χονδικής είναι συγκρίσιμη με της Γερμανίας (30-35 ευρώ), αλλά το κόστος της διασύνδεσης την επιβαρύνει τόσο ώστε να φθάνει στα επίπεδα της ελληνικής αγοράς (κοντά στα 50 ευρώ την μεγαβατώρα).

Δεν τελειώσαμε όμως με την ανάλυση του κόστους της παραγωγής. Μέρος του κόστους ξοδεύται για την αγορά διαθεσιμότητος ισχύος δεδομένου ότι οι καταναλωτές δεν καταναλώνουν μόνο ενέργεια αλλά επιλέγουν και την ώρα που θα την καταναλώσουν. Αυτό δημιουργεί την ανάγκη εφεδρείας βραχυπρόθεσμης (λεπτών) κα μακροπρόθεσμης (ετών). Πόσο κοστίζει αυτό στις δύο χώρες? Στην Ελλάδα η μακροπόθεσμη διαθεσιμότητα το 2014 αμοιβόταν (με διοικητικό τρόπο ) με 11 ευρώ περίπου την Μεγαβατώρα. Η βραχυπρόθεσμη με περίπου 4. Διάφορες άλλες χρεώσεις (απώλειες συστήματος) πρόσθεταν ακόμα 4 ευρώ. Σύνολο επιβάρυνσης περίπου 18 ευρώ πάνω στα 52 της χονδρικής – τελικό σύνολο 70 ευρώ.

Για την Γερμανία δεν υπάρχει διοικητικός καθορισμός ούτε αγορά ισχύος – η χρέωση ισχύος περιλαμβάνεται στην τιμή προθεσμιακών διμερών συμβολαίων - είναι συνεπώς αδιαφανής. Ενας τρόπος να εκτιμηθεί το σχετικό κόστος είναι να χρησιμοποιηθούν τα αποτελέσματα της δημοπρασίας ισχύος (μακροπρόθεσμης) που έγινε τον Δεκέμβριο του 2014 στην Μ Βρετανία. Το αποτέλεσμα της δημοπρασίας (περίπου 25,000 ευρώ το MW για ισχύ διαθέσιμη το 2017) ισοδυναμεί με περίπου 5 ευρώ την Μεγαβατώρα δηλαδή περίπου το 1/2 της τιμής στην Ελλάδα. Υποθέτουμε ότι η βραχυπρόθεσμη εφεδρεία και οι λοιπές χρεώσεις δεν διαφέρουν μεταξύ των χωρών στα 8 ευρώ την Μεγαβατώρα. Σύνολο επιβάρυνσης στην Γερμανία 13 ευρώ πάνω στα 33 της χονδρικής – τελικό σύνολο 46 ευρώ.

Μετά τον έμμεσο αυτό υπολογισμό μένουν 24 (94-52-18) ευρώ να εξηγηθούν για την Ελλάδα και 26,5 (72,5-33-13) για την Γερμανία. Εδω πλέον δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά. Είναι το κόστος λειτουργίας των προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας που περιλαμβάνει εκτός των άλλων (έκδοση και είσπραξη λογαριασμών, λογιστική διαχείριση πελατών, πωλήσεις και εμπορική προώθηση, κόστος κεφαλαίου κίνησης) και τις επισφάλειες λόγω χρεών απο πελάτες. Επίσης έμμεσα περιλαμβάνει και την αμοιβή τους (hedging premium) για τον κίνδυνο που αναλαμβάνουν αγοράζοντας σε τιμές με σημαντική μεταβλητότητα απο την χονδρική και πωλώντας σε σταθερές τιμές που συνήθως προτιμούν οι πελάτες. Αυτό και μόνο υπολογίζεται ότι αποτελεί ποσοστό απο 5% έως και 7% της τελικής τιμής της ενέργειας (αν εφαρμοσθεί το μικρότερο ποσοστό 97,5Χ5%=4,87 ευρώ για την Ελλάδα και 72,5Χ5%= 3,62 ευρώ για την Γερμανία).

Τα 24 ευρώ μικτό περιθώριο για την Προμήθεια όπως αυτό υπολογίζεται παραπάνω προέρχεται απο τις πωλήσεις σε πελάτες χαμηλής τάσης. Το περιθώριο με μεγάλους πελάτες (μέσης τάσης) είναι πολύ μικρότερο. Συνεπώς το περιθώριο του κλάδου συνολικά είναι μικρότερο του 24. Επίσης το περιθώριο με το οποίο δουλεύει καθε προμηθευτής διαφέρει ανάλογα με το μίγμα των πελατών του. Αυτό ισχύει και στις δύο χώρες. Με την διαφορά ότι το ποσοστό πωλήσεων σε μεγάλους πελάτες στην Γερμανία είναι πολύ μεγαλύτερο απο ότι στην Ελλάδα, οπότε μπορεί να υποθέσει κανείς ότι το συνολικό μικτό περιθώριο προμήθειας του κλάδου στην Γερμανία είναι μικρότερο.

Τα ποσά που αναφέρθηκαν παραπάνω είναι υπολογισμένα με επαρκή ακρίβεια ώστε να μην αφήνουν περιθώρια αμφισβήτησης του γενικού συμπεράσματος. Ειδικά στην Γερμανία αλλά και στην Ελλάδα οι πολιτικοί έχουν επιβαρύνει ένα αγαθό που οι ίδιοι αποκαλούν “δημόσιο” με υπέρμετρη φορολογία. Η υπερβολική φορολόγηση στην Γερμανία είναι ίσως κατανοητή δεδομένου ότι η αγοραστική δύναμη του εισοδήματος είναι πολύ μεγαλύτερη απο ότι στην Ελλάδα και η δαπάνη για ρεύμα είναι μικρότερο ποσοστό του οικογενειακού προυπολογισμού. Απο την άλλη μεριά είναι εμφανής η χαμηλή παραγωγικότητα του κλάδου στην Ελλάδα που ισοδυναμεί με κόστος ηλεκτρισμού μεγαλύτερο κατα 1,5 δισ. τον χρόνο απο ότι θα είχαμε αν λειτουργούσε με την γερμανική αποτελεσματικότητα. Ενισχύει κατά την άποψή μας σε τάξη μεγέθους την αληθοφάνεια της μελέτης της Booz επι διοίκησης Αθανασόπουλου στην ΔΕΗ που υπολόγιζε ότι η διαφορά παραγωγικότητος σε σχέση με την μέση ευρωπαική ομοειδή εταιρεία ισοδυναμούσε με πρόσθετο κόστος περίπου 700 εκατ ευρώ τον χρόνο (μέρος της διαφοράς δεν είναι προφανώς ευθύνη της ΔΕΗ όπως για παράδειγμα τιμές καυσίμων, έλλειψη διασυνδέσεων, γεωγραφική κατανομή φορτίων, κόστος κεφαλαίου κλπ).

Παρατηρήσεις και κριτική στα παραπάνω είναι ευπρόσδεκτη έτσι ώστε να προχωρήσουμε στο επόμενο βήμα αναλύσεων των αιτίων του κόστους και αμέσως μετά στις προτάσεις για βελτίωση. Πρώτα όμως θα πρέπει να ρωτήσουμε πέντε φορές τουλάχιστον “γιατί” αν θέλουμε να φθάσουμε στην ρίζα των προβλημάτων (λέει μια παροιμία που είναι – ή μπορεί και να μην είναι – κινέζικη). Το παρόν πόνημα έχει ρωτήσει μόνο μια φορά.

Πηγές
  • ΛΑΓΗΕ Μηνιαίες εκθέσεις Αγοράς Ηλεκτρισμού
  • Strom Reporτ Statistiken und Infografiken aus den Bereichen Energie und Umwelt.
  • CEER Quality of Electricity Supply – Benchmarking in EE 2011
  • Λογαρισμοί ρεύματος οικιακών και εμπορικών καταναλωτών
  • Frontier Economics Report on the capacity auction in the UK December 2014
  • Οικονομικές καταστάσεις Προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας
  • The ethics of dynamic pricing Ahmad Faruqui, Principal, The Brattle Group